Την 21η Ιανουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 11 αποχές, αποφάσισε να παραπέμψει την εμπορική συμφωνία ΕΕ-Mercosur στο ΔΕΕ για νομικό έλεγχο, ζητώντας του να γνωμοδοτήσει εάν αυτή συνάδει με τις Συνθήκες της Ε.Ε.

Η κίνηση αυτή επηρεάζει την πολιτική και οικονομική ατζέντα της ΕΕ και προκαλεί έντονη συζήτηση όσον αφορά στα πρότυπα παραγωγής και στους κανόνες εμπορίου της Ένωσης.

Βασικοί λόγοι που οδήγησαν στην προσφυγή του Ευρωκοινοβουλίου στο ΔΕΕ

Νομικές και θεσμικές ανησυχίες
Το Ευρωκοινοβούλιο παρέπεμψε τη συμφωνία στο ΔΕΕ προκειμένου αυτό να αποφανθεί εάν η συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες της Ένωσης και ιδιαίτερα με τα άρθρα 216 και 218 ΣΛΕΕ, δηλαδή αν περιορίζει την ικανότητα της Ένωσης να θεσπίζει περιβαλλοντικούς, υγειονομικούς ή καταναλωτικούς κανόνες ή αν παρακάμπτει διαδικασίες ελέγχου.

Αυτό αφορά νομικά ζητήματα όπως αν η συμφωνία εξουσιοδοτεί υπερβολικά τη Διοίκηση εις βάρος του Κοινοβουλίου ή των κρατών- μελών, αν υπάρχει συμβατότητα με βασικές αρχές του ενωσιακού δικαίου όπως η αυτονομία της έννομης τάξης της Ένωσης και η θεσμική ισορροπία, καθώς και αν η συμφωνία ευθυγραμμίζεται με τις οριζόντιες υποχρεώσεις για προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση των αξιών της Ένωσης, όπως αυτές κατοχυρώνονται στις Συνθήκες.

Ειδικότερα, το άρθρο 216 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει τη διεθνή νομική προσωπικότητα της Ένωσης, εφόσον η ΕΕ μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτα κράτη και διεθνείς οργανισμούς, οι οποίες δεσμεύουν τόσο τα θεσμικά όργανα όσο και τα κράτη μέλη.

Ο τρόπος με τον οποίο φτάνουμε στη σύναψη ρυθμίζεται αυστηρά από το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή διαπραγματεύεται, το Συμβούλιο εξουσιοδοτεί, υπογράφει και αποφασίζει για τη σύναψη, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμπλέκεται με τρόπο που εξαρτάται από το είδος της συμφωνίας.

Για διεθνείς συμφωνίες μεγάλης πολιτικής και οικονομικής σημασίας –όπως οι συμφωνίες εταιρικής σχέσης ή ελευθέρου εμπορίου ευρείας εμβέλειας– η συγκατάθεση του Κοινοβουλίου είναι απαραίτητη. Για συμφωνία ευρείας εταιρικής σχέσης, όπως εν προκειμένω, με την ΕΕ και τα κράτη- μέλη να είναι από κοινού συμβαλλόμενα, είναι απαραίτητες οι εθνικές διαδικασίες κύρωσης.

Επιπροσθέτως, το άρθρο 218 ΣΛΕΕ συνεπάγεται έναν μηχανισμό προληπτικού ελέγχου, σύμφωνα με τον οποίο κάθε θεσμικό όργανο έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το ΔΕΕ να αποφανθεί αν μια προβλεπόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες.

Σημαντική επίσης είναι και η εναρμόνιση της συμφωνίας με την Κοινή εμπορική πολιτική της ΕΕ (άρθ. 207 ΣΛΕΕ). Η εμπορική πολιτική δεν είναι αυτόνομη αλλά πρέπει να συμμορφώνεται με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και αναπτυξιακούς στόχους. Εάν η συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ ενθαρρύνει πρακτικές αντίθετες στην περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ, τότε τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 207 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθ. 21 ΣΛΕΕ, τα οποία επιβάλλουν η κοινή εμπορική πολιτική να ασκείται σε συνάρτηση με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας.

Σημειωτέον, ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις αποφάσεων του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη δύο παράλληλων νομικών πράξεων: της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΕΕ-Mercosur (EMPA- EU–Mercosur Partnership Agreement) και της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας (iTA- interim Trade Agreement).

Η iTA θα λήξει όταν η ΕΜΡΑ επικυρωθεί πλήρως από τα κράτη μέλη και τεθεί σε ισχύ. Και σε αυτό το σημείο, ασφαλώς,  εγείρεται ένα σπουδαίο θεσμικό ερώτημα, εάν υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΕ είναι θεμιτό μια ενιαία διεθνή συμφωνία να διασπάται σε δύο νομικά μέρη με διαφορετική βάση, διαδικασία και κατανομή αρμοδιοτήτων.

Περιβαλλοντικές ανησυχίες

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις αποτέλεσαν έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίστηκε επιφυλακτικό απέναντι στη συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ. Εκτός από την αποψίλωση του Αμαζονίου και την εντατικοποίηση της εκτροφής βοοειδών, στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε και η εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων στις μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις των χωρών της Μερκοσούρ.

“Ειδικοτερα, στη Βραζιλια και την Αργεντινη, η βιομηχανικη γεωργια μεγαλης κλιμακας, ιδιως για προϊοντα οπως η σογια και το ζαχαροκαλαμο, βασιζεται σε εντατικους ψεκασμους με αγροχημικα, τα οποια περιεχουν ουσιες που στην ΕΕ ειτε εχουν περιοριστει αυστηρα, ειτε εχουν απαγορευθει.”

Από ομάδα Ευρωβουλευτών επισημάνθηκε πως η αύξηση των εισαγωγών τέτοιων προϊόντων θα μπορούσε να ενισχύσει ένα μοντέλο παραγωγής με υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, επιβαρύνοντας τα εδάφη, τα υδάτινα αποθέματα και τη βιοποικιλότητα. Αξιοσημείωτες φυσικά είναι και οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, εάν υπολείμματα φυτοφαρμάκων φτάνουν σε τρόφιμα.

Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ διατηρεί αυστηρά όρια για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στα εισαγόμενα τρόφιμα, πολλοί θεωρούν ότι η συμφωνία δεν εγγυάται επαρκώς την εξίσωση των περιβαλλοντικών προτύπων παραγωγής. Έτσι, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ΕΕ, μέσω της εμπορικής πολιτικής της, υπονομεύει έμμεσα τις ίδιες τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές που έχει θέσει στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας και σύμφωνα με το άρθρο 191 ΣΛΕΕ δυνάμει του οποίου η περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης.

Η ανησυχία για τη χρήση φυτοφαρμάκων συνδέεται άμεσα με ρυθμιστικά και εμπορικά ζητήματα, καθώς οι παραγωγοί της ΕΕ υπόκεινται σε αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα από χώρες της Μερκοσούρ παράγονται υπό διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο.

Παρά τους κανονισμούς της ΕΕ, υπάρχουν ανησυχίες πως η συμφωνία δεν εξασφαλίζει πλήρως ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα πληρούν τα ίδια αυστηρά περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα, ενώ μέρος του κειμένου της συμφωνίας ενδέχεται να έρχεται σε αντίθεση με θεσπισμένες ρυθμίσεις της ΕΕ, όπως π.χ. η Ευρωπαϊκή Δασοκομική Ρύθμιση (EU Deforestation Regulation)- που απαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων από χώρες που δεν αποδεικνύουν ότι δεν σχετίζονται με πρόσφατη αποψίλωση δασών.

Προστασία του ευρωπαϊκού αγροτικού τομέα

Σε χώρες της ΕΕ, όπως στη Γαλλία και την Ιρλανδία, οι αγρότες εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε εισαγωγές φθηνότερων αγροτικών προϊόντων, τα οποία δεν πληρούν τα ίδια πρότυπα με τα ευρωπαϊκά. Με αυτόν τον τρόπο πλήττεται η ανταγωνιστικότητα των εγχώριων παραγωγών και προκαλούνται οικονομικές δυσκολίες στον πρωτογενή τομέα.

Το άρθρο 39 ΣΛΕΕ καθορίζει ως βασικούς στόχους της Κοινής Αγροτικής (γεωργικής) Πολιτικής τη σταθεροποίηση των αγορών και τη διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τον αγροτικό πληθυσμό. Υπό το πρίσμα αυτό, διατυπώνονται επιφυλάξεις κατά πόσο η συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ, μέσω της αύξησης εισαγωγών αγροτικών προϊόντων με διαφορετικά πρότυπα παραγωγής, ευθυγραμμίζεται με τους στόχους αυτούς, ιδίως όταν οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί διασφάλισης κρίνονται ανεπαρκείς για την αποτροπή σοβαρών διαταραχών της αγοράς.

Ελλείψεις στις δικλίδες ασφαλείας και τους μηχανισμούς ελέγχου

Παρά τα μέτρα που είχαν εξαγγείλει οι υποστηρικτές της συμφωνίας, όπως κανόνες προστασίας της ευρωπαϊκής γεωργίας και πλάνο παρακολούθησης, πολλά μέλη του Ευρωκοινοβουλίου εκτιμούν πως τα μέτρα αυτά δεν είναι επαρκώς δεσμευτικά ή αποτελεσματικά για να προστατεύσουν ουσιαστικά την ΕΕ από πιθανές διαταραχές της αγοράς.

Οι προβλεπόμενες ρήτρες διασφάλισης στη συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ δεν ενεργοποιούνται αυτόματα, προϋποθέτουν απόδειξη σοβαρής διαταραχής της αγοράς και απαιτούν χρονοβόρες διοικητικές και πολιτικές διαδικασίες. Στο ενωσιακό δίκαιο η προστασία της αγοράς προϋποθέτει ταχεία και αποτελεσματική παρέμβαση. Εάν μια εμπορική συμφωνία εισάγει μηχανισμούς που είναι δύσχρηστοι και δυσλειτουργικοί, τίθεται ζήτημα πρακτικής αναποτελεσματικότητας άρα και συμβατότητας με τους στόχους της ΚΑΠ.

Θέματα εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Κριτικές έχουν διατυπωθεί και για τις συνθήκες εργασίας στις χώρες της Μερκοσούρ, όπου οι προδιαγραφές για τα εργασιακά δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων, υπολείπονται αυτών της ΕΕ, γεγονός που θεωρείται ότι μπορεί να δημιουργήσει συγκριτικό πλεονέκτημα σε βάρος των ευρωπαϊκών προτύπων.

Οι διατάξεις για τα εργασιακά δικαιώματα εντάσσονται σε μη δεσμευτικό πλαίσιο συνεργασίας, χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής, γεγονός που συγκρούεται με το κοινωνικό κεκτημένο της ΕΕ.

ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΜΟΝΟ Η “ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ”ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤIΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ.

Προγραμματικές δηλώσεις της ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ για τη ΓΕΩΡΓΙΑ.

Πηγή: e-synews.gr 

Tags: CampaignVote

Την 21η Ιανουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 11 αποχές, αποφάσισε να παραπέμψει την εμπορική συμφωνία ΕΕ-Mercosur στο ΔΕΕ για νομικό έλεγχο, ζητώντας του να γνωμοδοτήσει εάν αυτή συνάδει με τις Συνθήκες της Ε.Ε.

Η κίνηση αυτή επηρεάζει την πολιτική και οικονομική ατζέντα της ΕΕ και προκαλεί έντονη συζήτηση όσον αφορά στα πρότυπα παραγωγής και στους κανόνες εμπορίου της Ένωσης.

Βασικοί λόγοι που οδήγησαν στην προσφυγή του Ευρωκοινοβουλίου στο ΔΕΕ

Νομικές και θεσμικές ανησυχίες
Το Ευρωκοινοβούλιο παρέπεμψε τη συμφωνία στο ΔΕΕ προκειμένου αυτό να αποφανθεί εάν η συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες της Ένωσης και ιδιαίτερα με τα άρθρα 216 και 218 ΣΛΕΕ, δηλαδή αν περιορίζει την ικανότητα της Ένωσης να θεσπίζει περιβαλλοντικούς, υγειονομικούς ή καταναλωτικούς κανόνες ή αν παρακάμπτει διαδικασίες ελέγχου.

Αυτό αφορά νομικά ζητήματα όπως αν η συμφωνία εξουσιοδοτεί υπερβολικά τη Διοίκηση εις βάρος του Κοινοβουλίου ή των κρατών- μελών, αν υπάρχει συμβατότητα με βασικές αρχές του ενωσιακού δικαίου όπως η αυτονομία της έννομης τάξης της Ένωσης και η θεσμική ισορροπία, καθώς και αν η συμφωνία ευθυγραμμίζεται με τις οριζόντιες υποχρεώσεις για προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση των αξιών της Ένωσης, όπως αυτές κατοχυρώνονται στις Συνθήκες.

Ειδικότερα, το άρθρο 216 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει τη διεθνή νομική προσωπικότητα της Ένωσης, εφόσον η ΕΕ μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτα κράτη και διεθνείς οργανισμούς, οι οποίες δεσμεύουν τόσο τα θεσμικά όργανα όσο και τα κράτη μέλη.

Ο τρόπος με τον οποίο φτάνουμε στη σύναψη ρυθμίζεται αυστηρά από το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή διαπραγματεύεται, το Συμβούλιο εξουσιοδοτεί, υπογράφει και αποφασίζει για τη σύναψη, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμπλέκεται με τρόπο που εξαρτάται από το είδος της συμφωνίας.

Για διεθνείς συμφωνίες μεγάλης πολιτικής και οικονομικής σημασίας –όπως οι συμφωνίες εταιρικής σχέσης ή ελευθέρου εμπορίου ευρείας εμβέλειας– η συγκατάθεση του Κοινοβουλίου είναι απαραίτητη. Για συμφωνία ευρείας εταιρικής σχέσης, όπως εν προκειμένω, με την ΕΕ και τα κράτη- μέλη να είναι από κοινού συμβαλλόμενα, είναι απαραίτητες οι εθνικές διαδικασίες κύρωσης.

Επιπροσθέτως, το άρθρο 218 ΣΛΕΕ συνεπάγεται έναν μηχανισμό προληπτικού ελέγχου, σύμφωνα με τον οποίο κάθε θεσμικό όργανο έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το ΔΕΕ να αποφανθεί αν μια προβλεπόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες.

Σημαντική επίσης είναι και η εναρμόνιση της συμφωνίας με την Κοινή εμπορική πολιτική της ΕΕ (άρθ. 207 ΣΛΕΕ). Η εμπορική πολιτική δεν είναι αυτόνομη αλλά πρέπει να συμμορφώνεται με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και αναπτυξιακούς στόχους. Εάν η συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ ενθαρρύνει πρακτικές αντίθετες στην περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ, τότε τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 207 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθ. 21 ΣΛΕΕ, τα οποία επιβάλλουν η κοινή εμπορική πολιτική να ασκείται σε συνάρτηση με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας.

Σημειωτέον, ότι τον Σεπτέμβριο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις αποφάσεων του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη δύο παράλληλων νομικών πράξεων: της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΕΕ-Mercosur (EMPA- EU–Mercosur Partnership Agreement) και της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας (iTA- interim Trade Agreement).

Η iTA θα λήξει όταν η ΕΜΡΑ επικυρωθεί πλήρως από τα κράτη μέλη και τεθεί σε ισχύ. Και σε αυτό το σημείο, ασφαλώς,  εγείρεται ένα σπουδαίο θεσμικό ερώτημα, εάν υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΕ είναι θεμιτό μια ενιαία διεθνή συμφωνία να διασπάται σε δύο νομικά μέρη με διαφορετική βάση, διαδικασία και κατανομή αρμοδιοτήτων.

Περιβαλλοντικές ανησυχίες

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις αποτέλεσαν έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίστηκε επιφυλακτικό απέναντι στη συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ. Εκτός από την αποψίλωση του Αμαζονίου και την εντατικοποίηση της εκτροφής βοοειδών, στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε και η εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων στις μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις των χωρών της Μερκοσούρ.

“Ειδικοτερα, στη Βραζιλια και την Αργεντινη, η βιομηχανικη γεωργια μεγαλης κλιμακας, ιδιως για προϊοντα οπως η σογια και το ζαχαροκαλαμο, βασιζεται σε εντατικους ψεκασμους με αγροχημικα, τα οποια περιεχουν ουσιες που στην ΕΕ ειτε εχουν περιοριστει αυστηρα, ειτε εχουν απαγορευθει.”

Από ομάδα Ευρωβουλευτών επισημάνθηκε πως η αύξηση των εισαγωγών τέτοιων προϊόντων θα μπορούσε να ενισχύσει ένα μοντέλο παραγωγής με υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, επιβαρύνοντας τα εδάφη, τα υδάτινα αποθέματα και τη βιοποικιλότητα. Αξιοσημείωτες φυσικά είναι και οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, εάν υπολείμματα φυτοφαρμάκων φτάνουν σε τρόφιμα.

Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ διατηρεί αυστηρά όρια για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων στα εισαγόμενα τρόφιμα, πολλοί θεωρούν ότι η συμφωνία δεν εγγυάται επαρκώς την εξίσωση των περιβαλλοντικών προτύπων παραγωγής. Έτσι, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ΕΕ, μέσω της εμπορικής πολιτικής της, υπονομεύει έμμεσα τις ίδιες τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές που έχει θέσει στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας και σύμφωνα με το άρθρο 191 ΣΛΕΕ δυνάμει του οποίου η περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης.

Η ανησυχία για τη χρήση φυτοφαρμάκων συνδέεται άμεσα με ρυθμιστικά και εμπορικά ζητήματα, καθώς οι παραγωγοί της ΕΕ υπόκεινται σε αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα από χώρες της Μερκοσούρ παράγονται υπό διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο.

Παρά τους κανονισμούς της ΕΕ, υπάρχουν ανησυχίες πως η συμφωνία δεν εξασφαλίζει πλήρως ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα πληρούν τα ίδια αυστηρά περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα, ενώ μέρος του κειμένου της συμφωνίας ενδέχεται να έρχεται σε αντίθεση με θεσπισμένες ρυθμίσεις της ΕΕ, όπως π.χ. η Ευρωπαϊκή Δασοκομική Ρύθμιση (EU Deforestation Regulation)- που απαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων από χώρες που δεν αποδεικνύουν ότι δεν σχετίζονται με πρόσφατη αποψίλωση δασών.

Προστασία του ευρωπαϊκού αγροτικού τομέα

Σε χώρες της ΕΕ, όπως στη Γαλλία και την Ιρλανδία, οι αγρότες εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε εισαγωγές φθηνότερων αγροτικών προϊόντων, τα οποία δεν πληρούν τα ίδια πρότυπα με τα ευρωπαϊκά. Με αυτόν τον τρόπο πλήττεται η ανταγωνιστικότητα των εγχώριων παραγωγών και προκαλούνται οικονομικές δυσκολίες στον πρωτογενή τομέα.

Το άρθρο 39 ΣΛΕΕ καθορίζει ως βασικούς στόχους της Κοινής Αγροτικής (γεωργικής) Πολιτικής τη σταθεροποίηση των αγορών και τη διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τον αγροτικό πληθυσμό. Υπό το πρίσμα αυτό, διατυπώνονται επιφυλάξεις κατά πόσο η συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ, μέσω της αύξησης εισαγωγών αγροτικών προϊόντων με διαφορετικά πρότυπα παραγωγής, ευθυγραμμίζεται με τους στόχους αυτούς, ιδίως όταν οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί διασφάλισης κρίνονται ανεπαρκείς για την αποτροπή σοβαρών διαταραχών της αγοράς.

Ελλείψεις στις δικλίδες ασφαλείας και τους μηχανισμούς ελέγχου

Παρά τα μέτρα που είχαν εξαγγείλει οι υποστηρικτές της συμφωνίας, όπως κανόνες προστασίας της ευρωπαϊκής γεωργίας και πλάνο παρακολούθησης, πολλά μέλη του Ευρωκοινοβουλίου εκτιμούν πως τα μέτρα αυτά δεν είναι επαρκώς δεσμευτικά ή αποτελεσματικά για να προστατεύσουν ουσιαστικά την ΕΕ από πιθανές διαταραχές της αγοράς.

Οι προβλεπόμενες ρήτρες διασφάλισης στη συμφωνία ΕΕ- Μερκοσούρ δεν ενεργοποιούνται αυτόματα, προϋποθέτουν απόδειξη σοβαρής διαταραχής της αγοράς και απαιτούν χρονοβόρες διοικητικές και πολιτικές διαδικασίες. Στο ενωσιακό δίκαιο η προστασία της αγοράς προϋποθέτει ταχεία και αποτελεσματική παρέμβαση. Εάν μια εμπορική συμφωνία εισάγει μηχανισμούς που είναι δύσχρηστοι και δυσλειτουργικοί, τίθεται ζήτημα πρακτικής αναποτελεσματικότητας άρα και συμβατότητας με τους στόχους της ΚΑΠ.

Θέματα εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Κριτικές έχουν διατυπωθεί και για τις συνθήκες εργασίας στις χώρες της Μερκοσούρ, όπου οι προδιαγραφές για τα εργασιακά δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων, υπολείπονται αυτών της ΕΕ, γεγονός που θεωρείται ότι μπορεί να δημιουργήσει συγκριτικό πλεονέκτημα σε βάρος των ευρωπαϊκών προτύπων.

Οι διατάξεις για τα εργασιακά δικαιώματα εντάσσονται σε μη δεσμευτικό πλαίσιο συνεργασίας, χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής, γεγονός που συγκρούεται με το κοινωνικό κεκτημένο της ΕΕ.

ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ ΜΟΝΟ Η “ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ”ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤIΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ.

Προγραμματικές δηλώσεις της ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ για τη ΓΕΩΡΓΙΑ.

Πηγή: e-synews.gr 

Tags: CampaignVote

Σχόλια

  1. Atif 2 August, 2024 at 2:38 pm - Reply

    We support Avada Campaign in local elections, gaining modest representation in city councils.